Ιστορικά κτιριακά σύνολα στο δημόσιο χώρο – Το Ιταλικό Ινστιτούτο της Θεσσαλονίκης

Παρουσίαση στο 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο «Δημόσιος Χώρος» (28 – 30 Μαρτίου 2019)

Κ.Φουτάκη, Χ. Καρακάση, Ζ. Κοκόγια

Περίληψη

Τα ιστορικά κτιριακά σύνολα χαρακτηρίζουν τον χώρο των πόλεων μεταφέροντας στο παρόν στοιχεία του πολιτισμού και της ιστορίας τους. Η επανάχρησή τους αποτελεί κύρια πρακτική του αστικού σχεδιασμού για τη διαχείριση του δομημένου περιβάλλοντος με βιώσιμο τρόπο. Οι σύγχρονες πρακτικές επανάχρησης ενδιαφέρονται όχι μόνο για το παρελθόν, αλλά και την ενσωμάτωση των ιστορικών κτιρίων και συνόλων στο παρόν. Στην ίδια κατεύθυνση, δίνεται έμφαση όχι μόνο στα ίδια τα κτίρια αλλα ιδιαίτερα στο δημόσιο χώρο που τα περιβάλλει.

Η εισήγηση εξετάζει το κτιριακό συγκρότημα του Ιταλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης που περιλαμβάνει επίσης την καπναποθήκη του Ιταλικού Μονοπωλίου Καπνού και το συμπληρωματικό κτίριο διαμερισμάτων. Το συγκρότημα, που παραμένει αδρανές για πολλά χρόνια, αποτελεί ένα κτιριακό απόθεμα με δυνατότητες επανένταξης στην πόλη και ένα μεγάλο αστικό κενό το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ώστε να αντισταθμιστεί η έλλειψη δημόσιων χώρων στον πυκνό αστικό ιστό της περιοχής της Βασιλίσσης Όλγας. Προτείνεται η νέα χρήση του κτιρίου να έχει δημόσιο χαρακτήρα ενσωματώνοντας πολιτιστικές και κοινωνικές χρήσεις. Το συγκρότημα μπορεί να αποτελέσει έναν δημιουργικό χώρο έκφρασης, σημείο συνάντησης και αλληλεπίδρασης για όλες τις κοινωνικές ομάδες. Κύριο στοιχείο της πρότασης ήταν ο σχεδιασμός νέων χώρων με δημόσια χρήση, τόσο εσωτερικών όσο και εξωτερικών. Ιδιαίτερα στον εξωτερικό χώρο επιδιώκεται η ανάδειξη των ελεύθερων χώρων μεταξύ των κτιρίων και το άνοιγμά τους στο ευρύτερο αστικό περιβάλλον, αλλά και η σύνδεσή τους μέσω ενός κεντρικού αίθριου με τους κλειστούς χώρους. Ο τρόπος που προσεγγίζεται η επανάχρηση συνιστά και την πρωτοτυπία της πρότασης, συγκεκριμένα η αποκατάσταση της σχέσης του κτιριακού συνόλου με τη γειτονιά και την πόλη καθώς και η συμβολή στην αναβάθμιση της περιοχής με τη δημιουργία ενός ελκυστικού και δημιουργικού δημόσιου χώρου.

Το άρθρο βασίζεται στη διπλωματική εργασία που εκπονήθηκε στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ με επιβλέπουσα την Επίκουρη καθηγήτρια κ. Στυλιανή Λεφάκη, τον Ιούνιο του 2017.

Λέξεις κλειδιά Ιστορικά κτιριακά σύνολα, Επανάχρηση, Ιταλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης

Ιστορικά κτιριακά σύνολα και δημόσιος χώρος

Τα ιστορικά κτιριακά σύνολα αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της κουλτούρας και της ιστορίας μιας πόλης, ενώ η συνύπαρξή τους με τα σύγχρονα κτίρια τροφοδοτεί έναν διάλογο μεταξύ των διαφορετικών περιόδων. Ο συνδυασμός τους με σύγχρονα στοιχεία και λειτουργίες μπορεί να προσφέρει λύσεις σε προβλήματα του χώρου και να ενδυναμώσει την ιδιαίτερη ταυτότητα μιας πόλης. Σήμερα, εκτός από το παρελθόν μας ενδιαφέρει το παρόν και το μέλλον της κτισμένης κληρονομιάς, η ανάδειξή της σε σχέση με το περιβάλλον, η ένταξή της στη σύγχρονη ζωή και η σύνδεσή της με οικονομικές, κοινωνικές και άλλες παραμέτρους (Καραδέδος 2009). Η επανάχρηση αποτελεί κατάλληλη λύση για την αποκατάσταση ιστορικών κτιριακών συνόλων μέσω της διατήρησης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς με δημιουργικό και βιώσιμο τρόπο και της ένταξής της στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον (Γεωργιάδου κ.α. 2015). Oι σύγχρονες προσεγγίσεις ασχολούνται όχι μόνο με τα κτίρια αλλά και με το περιβάλλον των ιστορικών κτιριακών συνόλων, επομένως και με τον δημόσιο χώρο (Savvides 2015).

Το άρθρο παρουσιάζει μια πρόταση για την επανάχρηση του κτιριακού συγκροτήματος του Ιταλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης, στην οποία το στοιχείο του δημόσιου χώρου έχει ιδιαίτερη σημασία. Το συγκρότημα βρίσκεται στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας η οποία υπέστη ραγδαίους μετασχηματισμούς από τη δεκαετία του 1950 που οδήγησαν, μεταξύ άλλων, σε δραματική μείωση του δημόσιου χώρου. Πρόσφατα, εμφανίστηκαν σημάδια αστικής παρακμής λόγω της οικονομικής κρίσης. Η πρόταση επιδιώκει να συμβάλει στην αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων και την αναβάθμιση της περιοχής με την αναζωογόνηση του κτιριακού συγκροτήματος. Βασικό στοιχείο είναι ο σχεδιασμός νέων δημόσιων χώρων, τόσο εσωτερικών όσο και εξωτερικών, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα ελκυστικό κέντρο πολιτιστικής και δημιουργικής δραστηριότητας και να αποκατασταθεί η σύνδεση με τη γειτονιά και την πόλη.

 περιοχή της Λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας

Η σημερινή Β. Όλγας ήταν γνωστή από τα τέλη του 18ου αιώνα ως συνοικία των Εξοχών, έξω από τα νοτιοανατολικά τείχη της πόλης. Το κτισμένο περιβάλλον ακολουθούσε τα Ευρωπαϊκά αρχιτεκτονικά στυλ του 19ου αιώνα, με κυρίαρχη τυπολογία τη διώροφη διπλοκατοικία με κήπο (Κολώνας 2014). Στις δεκαετίες του 1960 και 1970 με την εφαρμογή της αντιπαροχής μεγάλος αριθμός των εξοχικών κατοικιών και αρχοντικών κατεδαφίστηκε προκειμένου να δημιουργηθούν πολυώροφες πολυκατοικίες. Η μαζική ανέγερση πολυκατοικιών ανανέωσε το κτιριακό απόθεμα, αλλά επέφερε εξαιρετική πύκνωση της κατοίκησης, με αποτέλεσμα τη δραματική μείωση των ελεύθερων χώρων και την έλλειψη κέντρων γειτονιάς (Καταϊφτσή και Λαμπρίδου 2014).

Σήμερα η Λεωφόρος Β. Όλγας είναι ένας από τους σημαντικότερους οδικούς άξονες που συνδέει την ανατολική Θεσσαλονίκη με το κέντρο της πόλης. Παρατηρούνται λίγα, διάσπαρτα πάρκα, αχρησιμοποίητοι ακάλυπτοι των πολυκατοικιών και οι κήποι των παλιών επαύλεων, κάποιοι από τους οποίους έχουν διαμορφωθεί ως χώροι αναψυχής. Οι υπόλοιποι κήποι είναι παραμελημένοι, καθώς οι επαύλεις τους δεν έχουν χρήση (Γιαννακού, Καταϊφτσή, Λαμπρίδου 2014). Η περιοχή συνδυάζει χρήσεις γενικής κατοικίας, αμιγούς κατοικίας και τοπικού κέντρου. Γειτνιάζει κατά μήκος με τη Νέα Παραλία που αποτελεί μεγάλο τμήμα του δημόσιου ελεύθερου χώρου της πόλης αλλά έχει ελλιπή σύνδεση με τον αστικό ιστό της περιοχής. Λόγω της οικονομικής κρίσης τα τελευταία χρόνια εντοπίζεται μεγάλος αριθμός κενών καταστημάτων στα ισόγεια. Κατά μήκος της οδού υπάρχουν ορισμένα σημεία υπερτοπικού ενδιαφέροντος με εκπαιδευτικό και πολιτιστικό χαρακτήρα, τα περισσότερα από τα οποία βρίσκονται σε ανακαινισμένες επαύλεις.

1.2     Το συγκρότημα του Ιταλικού Ινστιτούτου

Το κτιριακό συγκρότημα του Ιταλικού Ινστιτούτου βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Φλέμινγκ και Β. Όλγας στη Θεσσαλονίκη. Αποτελείται από την καπναποθήκη του Ιταλικού Μονοπωλίου Καπνού, το συμπληρωματικό κτίριο διαμερισμάτων (ανέγερση 1958) και το κτίριο του Ιταλικού Ινστιτούτου (ανέγερση 1933). Στο οικόπεδο σώζεται ένα κομμάτι από το παρελθόν της περιοχής, τα κάγκελα της Βίλα Ίντα η οποία ήταν χτισμένη στη θέση της καπναποθήκης (ανέγερση 1886). Παρόλο που τα τρία κτίρια δεν έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα, έχουν μοναδική ιστορική αξία που σχετίζεται με το κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό παρελθόν της Θεσσαλονίκης.

Συγκεκριμένα, η Βίλα Ίντα ήταν από τα πρώτα έργα του Ιταλού αρχιτέκτονα Vitaliano Poselli και οφείλει την ονομασία της στη σύζυγο του Λεβή Μοδιάνο, πρώτου ιδιοκτήτη της. Το 1911 αγοράζεται από τον Ουλούση Μπέη, πρώην δήμαρχο, ο οποίος την πουλάει το 1921 στο Ιταλικό Δημόσιο. Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μέχρι το 1921 στεγάζει το Τουρκικό Προξενείο και στη συνέχεια το Ιταλικό σχολείο ‘Βασίλισσα Μαργαρίτα’ (Κολώνας 1991). Το 1933 στο πίσω μέρος του οικοπέδου χτίζεται το Ιταλικό Σχολείο ‘Umberto Primo’ από τους αρχιτέκτονες Mario Paniconi και Giuglio Pediconi (IIC 2013). Το κτίριο λειτουργεί ως σχολείο για την Ιταλική κοινότητα της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1942, όταν μετατρέπεται σε Ιταλικό νοσοκομείο.

Μετά τον πόλεμο και μέχρι το 1952 η Βίλα Ίντα περιέρχεται ως εχθρική περιουσία στο Ελληνικό Δημόσιο και στεγάζει διαδοχικά το στρατιωτικό νοσοκομείο, τα εκπαιδευτήρια Κοραή και τον ξενώνα αξιωματικών (Κολώνας 1991). Στη συνέχεια, παραμένει κλειστή μέχρι το 1958, οπότε μεταβιβάζεται στο Ιταλικό Μονοπώλιο Καπνού μαζί με το σχολείο. Το 1958 η Βίλα Ίντα κατεδαφίζεται για να πάρει τη θέση της η καπναποθήκη του Ιταλικού Μονοπωλίου Καπνού και το κτίριο διαμερισμάτων, έργα του πολιτικού μηχανικού Δ. Βαρβέρη σε συνεργασία με το γραφείο του P.L. Nervi (Κολώνας 1991). Η καπναποθήκη ξεκίνησε να λειτουργεί το 1962 και έκλεισε το 1968 (Βαρβέρης 2016). Το συμπληρωματικό κτίριο διαμερισμάτων, το οποίο λειτουργούσε μέχρι το 2006, είχε αρχικά σχεδιαστεί για να στεγάσει τους υπαλλήλους της καπναποθήκης ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε από τους καθηγητές του Ιταλικού Ινστιτούτου.

Τυπολογικά, η καπναποθήκη είναι ένα ένας ορθογωνικός όγκος με πυκνό κάναβο μυκητοειδών κολόνων και μορφολογικά έχει επιρροές από το μοντέρνο κίνημα. Το κτίριο διαμερισμάτων ενσωματώνεται στο αστικό περιβάλλον της Β. Όλγας καθώς τα τυπολογικά και μορφολογικά του χαρακτηριστικά είναι παρόμοια με άλλων πολυκατοικιών της δεκαετίας του 1960. Το Ιταλικό σχολείο μορφολογικά είναι επηρεασμένο από το κίνημα του ιταλικού ρασιοναλισμού, καθώς οι αρχιτέκτονες ήταν μέλη του MIAR (Movimento Italiano per l’Architettura Razionale) (Quattrini 2010).

Τα τρία κτίρια του συγκροτήματος παρέμειναν χωρίς χρήση μέχρι το 1977, όταν το Ιταλικό Ινστιτούτο ξεκίνησε να λειτουργεί στο κτίριο του παλιού Ιταλικού σχολείου, αποτελώντας ένα σημείο αναφοράς για την Ιταλική κοινότητα και ζωντανό κύτταρο πολιτισμού για την πόλη (IIC 2013). Το 2014 σταμάτησε τη λειτουργία του και οι δραστηριότητές του μεταφέρθηκαν στο Ιταλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Σήμερα τα τρία κτίρια βρίσκονται στην ιδιοκτησία του Ιταλικού κράτους υπό τη διαχείριση μιας ιδιωτικοποιημένης εταιρίας. Τα σημάδια φθοράς και εγκατάλειψης είναι εμφανή ενώ η απουσία χρήσης έχει συνέπειες υποβάθμισης και στον περιβάλλοντα χώρο.

Πρόταση επανάχρησης του κτιριακού συγκροτήματος

Στην περιοχή Β. Όλγας, όπου η δόμηση είναι πολύ πυκνή και κυρίαρχη χρήση είναι η κατοικία, η εξασφάλιση δημόσιου χώρου για τους κατοίκους είναι απαραίτητη. Ανάγκες όπως δημιουργικότητα, κοινωνικοποίηση, συλλογικό πνεύμα, επαφή με τον πολιτισμό, αναζητούν χώρο ελεύθερης έκφρασης. Το συγκρότημα μελέτης αποτελεί τον μεγαλύτερο κενό χώρο της περιοχής και ένα κτιριακό απόθεμα, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ώστε να αντισταθμιστεί σε κάποιον βαθμό η έλλειψη δημόσιων χώρων.

Η προνομιούχα θέση του οικοπέδου και το μέγεθός του (4.580 τ.μ.) ευνοεί την εγκατάσταση ποικίλων χρήσεων που θα απευθύνονται στους κατοίκους της περιοχής και σε ολόκληρη την πόλη. Η πρόταση επικεντρώνεται στην αναζωογόνηση του κτιριακού συγκροτήματος συνδυάζοντας την επανάχρηση των κτιρίων με την αξιοποίηση των ελεύθερων χώρων. Βασικό στοιχείο είναι ο σχεδιασμός νέων δημόσιων χώρων, τόσο εσωτερικών όσο και εξωτερικών, προκειμένου να αποκατασταθεί η σύνδεση με τη γειτονιά και την πόλη και να δημιουργηθεί ένα ελκυστικό κέντρο πολιτιστικής και δημιουργικής δραστηριότητας ικανό να συμβάλει στην αναβάθμιση της περιοχής. Προτείνεται η ενσωμάτωση χρήσεων πολιτιστικού και κοινωνικού χαρακτήρα προκειμένου το κτίριο να αποτελέσει σημείο συνάντησης και αλληλεπίδρασης, έναν χώρο έκφρασης που βασίζει τη λειτουργία του στα άτομα που δρουν μέσα σ’ αυτό. Πρότυπο αποτελούν παρόμοια κτίρια σε Ευρωπαϊκές πόλεις (Καρακάση και Φουτάκη 2016).

Οι νέες χρήσεις θα πρέπει να ανταποκρίνονται τόσο στις ανάγκες των κατοίκων όσο και στους περιορισμούς που θέτουν τα ίδια τα κτίρια και η τυπολογία τους. Στο κτίριο του Ιταλικού Ινστιτούτου, αναφορικά με την προηγούμενη χρήση του, προτείνεται η ενσωμάτωση εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων εκμάθησης ξένων γλωσσών. Στο κτίριο των διαμερισμάτων, λόγω της τυπολογίας του, θα διαμορφωθούν χώροι προσωρινής κατοικίας για φοιτητές, εργαζόμενους, ή επισκέπτες. Το κτίριο της καπναποθήκης θα λειτουργεί ως πυρήνας του συγκροτήματος συγκεντρώνοντας πολλαπλές δραστηριότητες και χώρους συνάντησης, έκφρασης και δημιουργίας. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η οικονομική βιωσιμότητα, συνδυάζονται χώροι δημιουργικών – πολιτιστικών δραστηριοτήτων ελεύθερης πρόσβασης με συμπληρωματικές χρήσεις που αποφέρουν έσοδα, δηλαδή στούντιο προσωρινής κατοικίας στο κτίριο των διαμερισμάτων και χώροι εργασίας για νέους επαγγελματίες (θερμοκοιτίδες) στο κτίριο της καπναποθήκης. Οι επιλογές αυτές υποστηρίζονται από συγκεκριμένες λύσεις που αποτυπώνονται σχεδιαστικά (Καρακάση, Φουτάκη, Κοκόγια 2017).

Για τους ανοιχτούς χώρους κυρίαρχο ζήτημα αποτέλεσε η αμφίδρομη σχέση του κτιρίου με τον αστικό χώρο. Η απουσία δημόσιων χώρων, υπαίθριων ή στεγασμένων, στην περιοχή δικαιολογεί την πρόθεση για δημόσιο χαρακτήρα στο ισόγειο. Αυτό αφορά τόσο εξωτερικούς χώρους του συγκροτήματος, όπου δημιουργούνται δύο πλατείες στα ήδη υπάρχοντα κενά μεταξύ των κτιρίων, όσο και εσωτερικούς ισόγειους χώρους. Ειδικά στο επίπεδο του ισογείου στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένα αστικό πέρασμα. Σήμερα το συγκρότημα περιβάλλεται εξωτερικά από κάγκελα, είναι ένα σύνολο τελείως κλειστό και εξαιρετικά εσωστρεφές σε σχέση με την πόλη. Το γεγονός αυτό καθιστά απροσπέλαστο μεγάλο μέρος του οικοδομικού τετραγώνου και δυσκολεύει τη μετακίνηση των πεζών στη γειτονιά, επομένως ήταν ένα στοιχείο που έπρεπε να επαναπροσδιοριστεί. Έτσι τα αυστηρά όρια της περίφραξης διακόπτονται προκειμένου να γίνει το συγκρότημα περισσότερο διαπερατό.

Ειδικότερα, δημιουργούνται δύο εξωτερικοί δημόσιοι χώροι που έχουν διαφορετικό χαρακτήρα μεταξύ τους, λόγω της θέσης τους στο συγκρότημα και του μεγέθους τους. Ο χώρος που περιβάλλει το κτίριο διαμερισμάτων βρίσκεται σε εγγύτητα με τη Β. Όλγας, επομένως, οι εμπορικές χρήσεις που προτείνονται στη στοά του ισογείου, ενισχύουν το χαρακτήρα του ως αστικό πέρασμα και συνάδουν με τον εμπορικό χαρακτήρα του οδικού άξονα. Αντίθετα, ο υπαίθριος χώρος ανάμεσα στην καπναποθήκη και το Ιταλικό Ινστιτούτο μπορεί να αποτελέσει έναν χώρο στάσης και κύριας υποδοχής στο συγκρότημα, μια πλατεία για τη γειτονιά, καθώς είναι απομακρυσμένος από την κυκλοφορική ένταση της Β. Όλγας και ταυτόχρονα έχει επαρκές μέγεθος για τον σκοπό αυτό.

Για τον σχεδιασμό του ισογείου αξιοποιήθηκε η φυσική κλίση του εδάφους και το τυπολογικό χαρακτηριστικό της καπναποθήκης, το ημιυπόγειο, ώστε να αναδιαμορφωθούν τα διαφορετικά επίπεδα του ισόγειου χώρου των τριών κτιρίων σε έναν ενιαίο χώρο πλήρως προσβάσιμο. Έτσι, η πλατεία εισέρχεται μέσα στο κτίριο της καπναποθήκης με ομαλή κλίση δημιουργώντας έναν στεγασμένο ημιυπαίθριο δημόσιο χώρο, ο οποίος αποτελεί πλέον το ισόγειο του κτιρίου της καπναποθήκης. Είναι ένα δημόσιο πέρασμα που συνδέει τους υπαίθριους χώρους του συγκροτήματος και παράλληλα ένας ευπροσάρμοστος χώρος ο οποίος μπορεί να εξυπηρετήσει διάφορες χρήσεις (αγορά, εκδηλώσεις, συγκεντρώσεις κ.α.).

Ο σχεδιασμός της πλατείας και του ισόγειου χώρου προέκυψε από την πρόθεση να παροτρυνθεί η είσοδος στο κτίριο. Δημιουργείται μια πορεία που κατευθύνει τον επισκέπτη από τον εξωτερικό χώρο του συγκροτήματος στο εσωτερικό του κτιρίου της καπναποθήκης, το κέντρο όλων των δραστηριοτήτων. Στον πυρήνα του κτιρίου τοποθετείται μια σκάλα -αμφιθέατρο που αποτελεί τον χώρο υποδοχής και συγκέντρωσης. Η σκάλα και η εξωτερική πλατεία δημιουργούν ανάμεσά τους έναν ουσιαστικό χώρο αλληλεπίδρασης, γνωριμίας και δημιουργίας.

Στο εσωτερικό του αιθρίου της καπναποθήκης, τον κέντρο των δραστηριοτήτων όλου του συγκροτήματος.

Συμπεράσματα

Η επανάχρηση αδρανών κτιριακών συνόλων, όπως το συγκρότημα του Ιταλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης, είναι αναγκαία, τόσο για την ανάδειξη και προστασία των κτιρίων όσο και για την αναβάθμιση του δημόσιου χώρου. Λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της περιοχής αλλά και τον τυπολογικό χαρακτήρα των τριών κτιρίων του συγκροτήματος, προτείνεται ένας συνδυασμός χρήσεων πολιτισμού, εκπαίδευσης, κατοικίας, εργασίας, οι οποίες θα προσαρμόζονται αρμονικά στα υπάρχοντα κτίρια, θα αναδεικνύουν την ιστορική τους ταυτότητα και θα αλληλεπιδρούν με τον χαρακτήρα της περιοχής. Εξίσου σημαντική είναι η δημιουργία ανοιχτών και κλειστών δημόσιων χώρων και η σύνδεση τους με το σύγχρονο αστικό περιβάλλον. Η περιοχή της Β. Όλγας αναζητά σήμερα μια νέα ταυτότητα, έναν ισχυρό πυρήνα που θα βοηθήσει στο μετασχηματισμό της. Η επανάχρηση του κτιριακού συγκροτήματος του Ιταλικού Ινστιτούτου μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα ζωής στη γειτονιά και παράλληλα να δημιουργήσει έναν πόλο πολιτιστικής και δημιουργικής δραστηριότητας ικανό να συμβάλει στην αναβάθμιση της περιοχής.

Παραπομπές
Βαρβέρης, Μ. 2016. “Το έργο του πολιτικού μηχανικού Δημήτρη Βαρβέρη στη Θεσσαλονίκη”, Συνέντευξη από Καρακάση Χ., Κοκόγια Ζ., Φουτάκη Α., Θεσσαλονίκη, 20-11-2016.
Γεωργιάδου, Ζ. Ηλίας, Π., Κλωνιζάκης, Α., Μοίρα, Μ., Φράγκου, Δ. 2015. Χώροι γραφείων. Αθήνα: Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών. http://hdl.handle.net/11419/1786
Γιαννακού, A., Καταϊφτσή, Α., Λαμπρίδου, Λ. 2014. “Κατανοώντας τα χαρακτηριστικά του εμπορικού δρόμου σε περίοδο κρίσης: η περίπτωση της Λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας στη Θεσσαλονίκη”. https://www.citybranding.gr/2014/09/blog-post_9.html.
Καραδέδος, Γ. 2009. Ιστορία και θεωρία της Αποκατάστασης. Θεσσαλονίκη: Μέθεξι.
Καρακάση, Χ., Κοκόγια, Ζ., Φουτάκη, Α. 2017. Η Ίντα της οδού Φλέμινγκ: Επανάχρηση του συγκροτήματος του Ιταλικού Ινστιτούτου στη Θεσσαλονίκη. Διπλωματική εργασία, Τμήμα Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ, επιβλέπουσα Επίκουρη Καθηγήτρια Στ. Λεφάκη.
Καρακάση Χ., Φουτάκη Α. 2016. Δημιουργική επανάχρηση κτιριακών κελυφών για πολιτιστικές – κοινωνικές χρήσεις: έννοιες και εφαρμογές. Ερευνητική εργασία, Τμήμα Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ, επιβλέπουσα Επίκουρη Καθηγήτρια Στ. Λεφάκη.
Καταϊφτσή, Α., Λαμπρίδου, Λ. 2014. Αστική αναγέννηση την εποχή της οικονομικής κρίσης: Ξαναδίνοντας ζωή στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας. Διπλωματική εργασία, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης ΑΠΘ.
Κολώνας, Β. 1991. Η εκτός των τειχών επέκταση της Θεσσαλονίκης: εικονογραφία της συνοικίας Χαμιδιέ 1885-1912. Διδακτορική διατριβή, Τμήμα Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ.
Κολώνας, Β. 2014. Η Θεσσαλονίκη εκτός των τειχών: εικονογραφία της συνοικίας των εξοχών 1885-1912. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.
Istituto Italiano di Cultura (IIC). 2013. Storia. http://www.iicsalonicco.esteri.it/IIC_Salonicco/Menu/Istituto/Chi_siamo/Storia/ (πρόσβαση 10-3-2017).
Quattrini, R. 2010. “Drawings of the Roman School in the thirties. Competition designs by the Paniconi and Pediconi studio”. Disegnare Idee Immagini, 41, 78-89.
Savvides, A. 2015. “Regenerating Public Space: Urban Adaptive Reuse”. Architecture Research, 5(4), 107-112.

Comments are closed