Ο θησαυρός της …στάνης

Credit: Dirk Ingo Franke- CC BY-SA 2.0 de

Credit: Dirk Ingo Franke- CC BY-SA 2.0 de

Η “παραδοσιακή” ενέργεια στην Ελλάδα είναι ακριβή και επιβαρύνεται με πολλούς φόρους. Πώς μειώνεις το ενεργειακό κόστος; Μεταξύ άλλων αξιοποιώντας τον …θησαυρό που κρύβεται σε κτηνοτροφικές και αγροτικές μονάδες: τα οργανικά απόβλητα δηλαδή, που εκτιμάται ότι πλησιάζουν τα 18 εκατ. τόνους, καθώς οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις του πρωτογενούς τομέα είναι δεκάδες χιλιάδες.

Απόβλητα που σε μεγάλο ποσοστό καταλήγουν στο …πουθενά ενώ θα μπορούσαν να τροφοδοτούν μονάδες βιοαερίου και βιομάζας, παράγοντας πολύτιμη ενέργεια. Το θέμα βρέθηκε στο επίκεντρο εκδήλωσης, που διοργάνωσε στις 29 Σεπτεμβρίου, στη Θεσσαλονίκη, το Ελληνογερμανικό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο, στην οποία συμμετείχαν και Γερμανοί επιχειρηματίες και εμπειρογνώμονες.

Πόσο στοιχίζει τελικά η ενέργεια στην Ελλάδα; Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΚΑΠΕ), Βασίλειος Τσολακίδης, το κόστος της ενέργειας στην Ελλάδα ανέρχεται σε περίπου 25 δισ. ευρώ ετησίως, με αποτέλεσμα να αποτελεί πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ της, από ό,τι το αντίστοιχο της πολύ ενεργοβόρου -λόγω εξαγωγών- Γερμανίας!

Ακόμη και η βαθιά κρίση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα την τελευταία εξαετία δεν έχει αλλάξει σημαντικά την εικόνα, σύμφωνα πάντα με τον κ.Τσολακίδη.

«Η συνολική κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας στην Ελλάδα ακολούθησε μεν πτωτική πορεία στη διάρκεια της κρίσης, αλλά εξακολουθεί να είναι πάρα πολύ υψηλή σε σχέση με άλλες χώρες. Παρέμεινε στους 2,1 τόνους ισοδύναμου πετρελαίου (ΤΙΠ)/άτομο, όταν πχ, στη Γερμανία, που είναι μια πολύ ενεργοβόρος χώρα με εξαγωγική δραστηριότητα, είναι στους 3,7 τόνους. Προ κρίσης ήταν 2,7 ΤΙΠ. Γίνεται αντιληπτό ότι το κόστος είναι πάρα πολύ υψηλό για την εθνική οικονομία, δεδομένου ιδίως ότι περίπου το 45% αυτού είναι φόροι. Κάθε ‘Ελληνας πολίτης πληρώνει αναλογικά περίπου 1200 ευρώ ετησίως από φόρους που προκύπτουν από την κατανάλωση ενέργειας (πετρελαίου, βενζίνης, αερίου, ηλεκτρικού ρεύματος), όταν το αντίστοιχο ποσό για τον Γερμανό είναι 550 ευρώ. Φανταστείτε πόσο μεγάλο εμπόδιο γα την ανάπτυξη είναι το φορολογικό κόστος τής ενέργειας’ είπε ο κ.Τσολακίδης, μιλώντας σε μικρό ακροατήριο Ελλήνων και Γερμανών επιχειρηματιών και εμπειρογνωμόνων.

Όπως πρόσθεσε, οι αριθμοί αυτοί αναδεικνύουν πόσο αναγκαία είναι η μείωση του ενεργειακού κόστους της Ελλάδας, μέσα από τη χάραξη στρατηγικής στηριγμένης στους εξής πυλώνες: περιορισμό των εισαγωγών ενεργειακών προϊόντων και κυρίως καυσίμων, μείωση της υψηλής φορολογίας στην ενέργεια και αντικατάσταση των ορυκτών πρώτων υλών με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ). Πάντως, πρόσθεσε, παρά τη βαθιά κρίση, η Ελλάδα κατόρθωσε να αυξήσει το ποσοστό διείσδυσης των ΑΠΕ στο ενεργειακό της ισοζύγιο.

8 δισ. ευρώ επενδύσεις εν μέσω βαθιάς κρίσης
Κατά τον κ.Τσολακίδη, οι ΑΠΕ αποτέλεσαν ένας από τους πιο σημαντικούς τομείς για την προσέλκυση επενδύσεων, έχοντας καταφέρει να φέρουν επενδύσεις της τάξης των 8 δισ. ευρώ μέσα στην κρίση και «παρά τα οποιαδήποτε σχεδιαστικά λάθη έγιναν στην Ελλάδα στον τομέα- κατόρθωσαν να πλησιάσουν τους στόχους που έχουν τεθεί. «Η ανάπτυξη και εγκατάσταση των τεχνολογιών βιοαερίου αποτελεί μια σημαντική εναλλακτική λύση. Έχει υπολογιστεί ότι περίπου 60.000-100.000 τόνοι οργανικών αποβλήτων -ο όγκος ποικίλει ανάλογα με τη σύσταση και το ενεργειακό τους περιεχόμενο- μπορούν να τροφοδοτήσουν μια μονάδα παραγωγής βιοαερίου εγκατεστημένης ισχύος 1 ΜW» επισήμανε ο κ.Τσολακίδης.

Ο γρίφος του θεσμικού πλαισίου
Κατά τον ίδιο, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) έχει μέχρι σήμερα χορηγήσει 46 άδειες, ισχύος 146 ΜW για σταθμούς βιοαερίου και άλλες 37 σε μονάδες βιομάζας για 295 ΜW με τεχνολογίες καύσης. Ωστόσο, η υλοποίηση ακόμη και αδειοδοτημένων επενδύσεων «παρεμποδίζεται κυρίως από το ανεπαρκές και προβληματικό θεσμικό πλαίσιο» κατέληξε.

Στο μεταξύ, ένας πραγματικός θησαυρός για την ελληνική οικονομία “κρύβεται» στις κτηνοτροφικές μονάδες και τα χωράφια της Ελλάδας, καθώς ακόμη και με συντηρητικούς υπολογισμούς τα οργανικά απόβλητα που παράγονται μπορούν να τροφοδοτήσουν πολλές μονάδες βιοαερίου και βιομάζας, σύμφωνα με τον υπεύθυνο δέσμης έργων βιοαερίου του ΚΑΠΕ (Τμήμα Βιομάζας), Χρήστος Ζαφείρης. Στην Ελλάδα παράγονται περίπου 17,5 εκατ. τόνοι υποπροϊόντων και αποβλήτων με ισχύ καυσίμων 370 ΜW.

239.000 επιχειρήσεις παράγουν οργανικά απόβλητα. Τι τα κάνουν;
«Υπάρχουν περίπου 239.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις του πρωτογενούς τομέα παράγουν απόβλητα οργανικά. Τι τα κάνουν; Δεν πηγαίνουν πουθενά. Με βάση αυτά τα στοιχεία βγάζουμε αλγόριθμους και σχέδια. ‘Εχουμε σε επίπεδο περιφέρειας, νομού, οικισμού τη δυνατότητα να γίνουν μονάδες παραγωγής βιοαερίου. Τα πιο πολλά οργανικά απόβλητα είναι στο νομό Θεσσαλονίκης. Παράγει πάνω από 2 εκατ. τόνους αποβλήτων, με ισχύ καυσίμων περίπου 40 MW. Η εγκατεστημένη ισχύς που έχουμε ήδη είναι 44 MW, προερχόμενη από ΧΥΤΑ και βιολογικούς καθαρισμούς, κυρίως από τα Ανω Λιόσια (23,5 MW), την Ψυττάλεια (11,4 MW) και τους Ταγαράδες (5 MW).

“Εξόρυξη” με δυσκολίες
Παρότι όμως ο …θησαυρός υπάρχει, δεν είναι πάντα εύκολο να τον εξορύξεις. Προβλήματα αποτελούν -σύμφωνα με τον κ.Ζαφείρη- ο κατακερματισμός των ιδιοκτησιών του πρωτογενούς τομέα (λίγες, πολύ μικρές εκτάσεις/μονάδες), το οικογενειακό δίκαιο, το κακό οδικό δίκτυο, ακόμη και οι κλιματολογικές συνθήκες. Πάντως, με τον νόμο 4152/2013, δίδεται προτεραιότητα στην ανάπτυξη του βιοαερίου και της βιομάζας και στην Ελλάδα.

Κυρίαρχη η Γερμανία. Δεύτερη η Ιταλία
Εντός της ΕΕ, κυρίαρχη δύναμη στην παραγωγή ενέργειας από βιοαέριο και βιομάζα είναι η Γερμανία. Συνολικά στην ΕΕ υπάρχουν 14.582 μονάδες βιοαερίου με συνολική εγκατεστημένη ισχύ 7.857 MWe, εκ των οποίων οι 9000 βρίσκονται στη συγκεκριμένη χώρα (εγκαταστημένης ισχύος 3000 MWe). Ως ανερχόμενη δύναμη αναδύεται και η Ιταλία, η οποία διαθέτει 1400 μονάδες, εγκατεστημένης ισχύος 1100 MWe.

Πάντως, και οι πρωτοπόροι στον χώρο Γερμανοί δεν απέφυγαν λάθη κατά την ανάπτυξη των ΑΠΕ, από τα οποία οι Ελληνες θα μπορούσαν να διδαχτούν ώστε να κερδίσουν χρόνο, όπως ανέφερε ο Paul Rydzek,της εταιρείας eclareon GmbH, συμβούλου του ομοσπονδιακού υπουργείου Οικονομίας και Ενέργειας της Γερμανίας για το σχέδιο «Πρωτοβουλία Εξαγωγών ΑΠΕ».

Η αρχική εκτίμηση ήταν ότι η Γερμανία θα μπορούσε να παράγει μόλις το 5% της απαιτούμενης ενέργειας της από ΑΠΕ και ότι μετά η όλη διαδικασία θα γινόταν πολύ ακριβή για να παραμείνει οικονομικά βιώσιμη, Η εκτίμηση αυτή όμως διαψεύστηκε στην πράξη, α φού ήδη από το 2013, το σχετικό ποσοστό είχε φτάσει το 23,9%, προερχόμενο κυρίως από αιολική ενέργεια (8,4%) και βιομάζα (6,7%).

«Είδαμε ότι η ενέργεια από τον άνεμο και τον ήλιο εξαρτάται από τις κλιματολογικές συνθήκες, οπότε χρειαζόμαστε ενέργειας η οποία μπορεί να ‘μετρήσει’ ασχέτως μετεωρολογικών συνθηκών. Τέτοια ενέργεια είναι η βιοενέργεια» κατέληξε ο κ.Ryzdek. Παρόντα στην εκδήλωση ήταν στελέχη πέντε από τις μεγαλύτερες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο.

Comments are closed