Σχέδιο πόλης και κατασκευή μνημείου – Η πλατεία Καπνικαρέας

Εισήγηση στον 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο «Δημόσιος Χώρος (28-30 Μαρτίου 2019)

Ιωάννα Ράμμου

Περίληψη

Η παρούσα εισήγηση αναφέρεται στον πρώτο θεματικό άξονα του Συνεδρίου, «Αναθεωρήσεις του δημόσιου χώρου», εστιάζοντας στον παράγοντα της ιστορικής μνήμης. Συγκεκριμένα, διερευνά τη συγκρότηση των ιστορικών μνημείων ως αστικών γεγονότων στην πόλη της Αθήνας, βάσει του νέου σχεδίου πόλης του 19ου αιώνα. Ως σημείο αφετηρίας της εννοιολογικής προσέγγισης του ιστορικού μνημείου λαμβάνεται η διάκριση που πραγματοποιεί η Françoise Choay ανάμεσα στα συμβολικά – a priori – μνημεία και στα ιστορικά – a posteriori – μνημεία. Ιδιαίτερα μελετάται το παράδειγμα των μεσαιωνικών εκκλησιών, ως των μακροβιότερων αστικών συντελεστών, ή fatti urbani σύμφωνα με την ορολογία του Aldo Rossi.

Στην πορεία του νέου σχεδιασμού της Αθήνας φαίνεται να είχε δοθεί μάλλον ελάσσονα σημασία στις υπάρχουσες εκκλησίες, οι οποίες αποτελούσαν κομβικά σημεία στην υφιστάμενη οθωμανική πόλη. Όσες από αυτές διατηρήθηκαν, συνοδεύτηκαν από πλατείες, οι οποίες αποτέλεσαν ίσως τα στοιχεία της πόλης που «έδεσαν» το σχέδιο του 19ου αιώνα, ως αστικά γεγονότα που συνέβαλαν ώστε να διατηρηθεί στην πράξη η σχέση των κατοίκων με το παρελθόν τους, αλλά και ο χαρακτήρας των εκκλησιών ως σημείων αναφοράς της πόλης, έως σήμερα. Τα πρώτα σχέδια των Αθηνών και οι πολυάριθμες τροποποιήσεις του αποτελούν βασική αναφορά της έρευνας που πραγματοποιήθηκε, η οποία εστιάζει ειδικότερα στο δημόσιο χώρο της εκκλησίας της Καπνικαρέας, την περιμετρική της πλατεία.

Μέσω έρευνας σε βασιλικά διατάγματα και αρχεία τροποποιήσεων του σχεδίου του 19ου αιώνα, θα δειχθεί πώς μια αρχική πρόταση σχεδιασμού της νέας πόλης επιδέχεται κατά την εφαρμογή της μια σειρά αλλαγών ως προς τις αρχικές της προθέσεις. Θα δειχθεί τελικά πώς η πλατεία της Καπνικαρέας ορίζεται αρχικά ως τέτοια, στη συνέχεια αναιρείται, προτείνεται να μεταφερθεί σε άλλο σημείο της πόλης και τελικά αποκτά την οριστική της μορφή στην αρχική της θέση, συμβάλλοντας εν τέλει στη συγκρότηση ενός ιστορικού μνημείου και στη διατήρηση ενός μακραίωνου fatto urbano.

Εισαγωγή – Θεωρητικό πλαίσιο

Η παρούσα εισήγηση αποτελεί μια μελέτη του σχεδίου πόλεως της Αθήνας του 19ου αιώνα ως φορέα συγκρότησης μνημείων στο δημόσιο χώρο. Θα διερευνηθεί ειδικότερα η κατηγορία των μεσαιωνικών εκκλησιών ως αστικών συντελεστών της και συγκεκριμένα το παράδειγμα της πλατείας και εκκλησίας της Καπνικαρέας. Η περίπτωση της Αθήνας – αλλά και κάθε περίπτωση σχεδιασμού μιας πόλης με προϋπάρχον αστικό υπόβαθρο– παρουσιάζει ενδιαφέρον ως προς το πώς μια πρόταση σχεδιασμού της νέας πόλης επιδέχεται κατά την εφαρμογή της τροποποιήσεις ως προς τις αρχικές προθέσεις διατήρησης στοιχείων του υφιστάμενου δημόσιου χώρου.

1.1     Ιστορικό μνημείο

Ως σημείο αναφοράς της εννοιολογικής προσέγγισης του μνημείου, λαμβάνεται η διάκριση που πραγματοποιεί η Françoise Choay ανάμεσα στα μνημεία και στα ιστορικά μνημεία. Παρατηρεί πως τα συμβολικά μνημεία, όπως αυτά ανεγείρονταν εκ του μηδενός με σκοπό τη σήμανση και απομνημόνευση κάποιου γεγονότος, δεν έχουν θέση  στις σημερινές ανεπτυγμένες κοινωνίες, και πως τη θέση τους, από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, έχουν πάρει τα ιστορικά μνημεία (Choay 2001).

Η διάκριση αυτή του μνημείου από το ιστορικό μνημείο είναι σημαντική για την παρούσα έρευνα βάσει των εξής χαρακτηριστικών τους: Το μνημείο αποτελεί ένα εσκεμμένο δημιούργημα, του οποίου ο σκοπός καθιερώνεται a priori. Αντίθετα, το ιστορικό μνημείο συγκροτείται a posteriori από τον ιστορικό ή τον ειδικό-επιστήμονα, οι οποίοι τα επιλέγουν από τη μάζα των υπαρχόντων κτιρίων, ανάμεσα στα οποία τα μνημεία αποτελούν μόνο ένα μικρό μέρος. Οποιοδήποτε αντικείμενο του παρελθόντος μπορεί να μετατραπεί σε ιστορικό μάρτυρα χωρίς να είχε αρχικά μνημονικό σκοπό (ιστορικό μνημείο).

Σε αυτήν την παρατήρηση στηρίζεται μια ανάγνωση του κέντρου της Αθήνας βάσει του σχεδίου με το οποίο ιδρύθηκε η νέα πόλη κατά το 19ο αιώνα. Ο ίδιος ο σχεδιασμός δηλαδή καθιστά μνημεία, προϋπάρχοντα κτίρια ή στοιχεία της πόλης, a posteriori θεωρούμενα ως μνημεία, και νέα, a priori ανεγειρόμενα ως μνημεία. Για τον Aldo Rossi, το σχέδιο της πόλης αποτελεί μία πρώτη διαδικασία σχεδιασμού, αυτήν της παραγωγής. Η δεύτερη διαδικασία είναι αυτή του χρόνου, ο οποίος παράγει με τη σειρά του ένα αυτόνομο έργο και εγγυάται τη διάρκεια, ή παραμονή, την έννοια που ο Rossi αποδίδει με τον όρο «permanenza» (Rossi, 1982).

Οι δύο βασικές μορφές της έννοιας της διάρκειας στον αστικό χώρο συναντώνται σύμφωνα με τον ίδιο στις περιοχές κατοικίας και στα μνημεία. Τα στοιχεία αυτά έχουν αποφασιστικό ρόλο στο σχηματισμό της πόλης και χαρακτηρίζονται από τον ίδιο ως πρωτογενή στοιχεία, ενώ διακρίνονται από την δημόσιου και συλλογικού χαρακτήρα λειτουργίας τους. Τα μνημεία, αποτελούν μαρτυρίες της συλλογικής θέλησης, σταθερά σημεία που εκφράζουν τη δυναμική της πόλης, αντίθετα με τις μεμονωμένες κατοικίες, που εκφράζουν εναλλασσόμενες εκφάνσεις της ατομικότητας.

1.2     Μελέτη περίπτωσης – μεθοδολογία

Σε αυτή τη μελέτη θα διερευνηθεί η περίπτωση των εκκλησιών της Αθήνας, μιας κατηγορίας κτιρίων τα οποία άλλοτε βρήκαν τη θέση τους στο νέο σχέδιο ως a posteriori μνημεία του παρελθόντος και άλλοτε αγνοήθηκαν από αυτό και κατεδαφίστηκαν. Η ιστορική σημασία που δόθηκε στους μεσαιωνικούς ναούς από τους επιστήμονες του πρώτου μισού 19ου αιώνα, ιδίως τους Έλληνες, είναι μάλλον ανύπαρκτη και οδήγησε στην κατεδάφιση του μεγαλύτερου μέρους τους. Η αξία που τους αποδιδόταν συνήθως, οφείλεται κυρίως στην ιδιότητα των ναών να αποτελούν σημεία αναφοράς για τους αρχαιολόγους, με σκοπό την αναγνώριση αρχαίων τόπων στη σύγχρονη τοπογραφία της πόλης και όχι απαραίτητα στην καλλιτεχνική ή ιστορική τους αξία ως μνημείων. Η ιδιότητά τους αυτή καθαυτή οδήγησε κάποιες φορές και στην κατεδάφισή τους προς ανεύρεση των υποκείμενων ερειπίων της αρχαιότητας.

Το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό της τοποθεσίας πολλών αθηναϊκών εκκλησιών, που δημιουργεί ακλόνητα σημεία μεγάλης χρονικής διάρκειας μέσα στη μεταλλασσόμενη πόλη γύρω τους, είναι και αυτό που τις καθιστά κατ’ εξοχήν, θα λέγαμε, fatti urbani της Αθήνας, κατά τον ορισμό του Aldo Rossi (Rossi, 1982). Επομένως και η συνεχιζόμενη διατήρησή τους με το νέο σχέδιο πόλης, δημιουργεί σταθερούς κόμβους που συνδέουν το νέο σχέδιο με τις προγενέστερες φάσεις της πόλης, αλλά και που διατηρούν τη συλλογική μνήμη συνδεδεμένη με σταθερούς τόπους.

Με τον ίδιο τρόπο άλλωστε καθίσταται δυνατή και η διερεύνηση των διαφορετικών φάσεων της πόλης της Αθήνας, πριν και μετά το σχεδιασμό της, μέσω της αλληλεπίθεσης χαρτών και σχεδίων, που τηρούν κάποια σημεία αναφοράς, πέραν της Ακρόπολης και ορισμένων αρχαιοτήτων που περιγράφονται σχεδόν αποκλειστικά και κατ’ επανάληψη στα κείμενα των περιηγητών του 17ου και του 18ου αιώνα.

Ως ειδικότερη μελέτη περίπτωσης θα εξεταστεί η πλατεία της Καπνικαρέας, μιας εκκλησίας η οποία αντιμετωπίστηκε και ως μνημείο υπό διατήρηση, αλλά και ως εμπόδιο στο νέο σχεδιασμό. Το σχέδιο πόλης περιέλαβε αρχικά το ναό στον κεντρικό άξονα της Ερμού, αλλά τα μετέπειτα διαδοχικά τροποποιητικά διαγράμματα και βασιλικά διατάγματα είναι που καθόρισαν α) την παραμονή της εκκλησίας στη θέση της και όχι την κατεδάφισή της και β) τη διαμόρφωση της περιμετρικής πλατείας, αλλά και της γειτονικής οδού Καπνικαρέας, μέσω τροποποιήσεων του σχεδίου πόλεως.
Προκειμένου να γίνουν αντιληπτοί οι παράγοντες που συνέβαλαν στις εκάστοτε αναθεωρήσεις του σχεδίου πόλης ως προς την πλατεία Καπνικαρέας, το παράδειγμά της θα τεθεί εντός του γενικότερου ιστορικού, θεσμικού και ιδεολογικού και πλαισίου διαχείρισης του αστικού χώρου της νέας Αθήνας και των μεσαιωνικών καταλοίπων της, που διαμορφώθηκε κατά το 19ο αιώνα. Έχουν διακριθεί δύο φάσεις αυτής της διερεύνησης, η πρώτη έως το 1852, όταν άρχισαν να εκδίδονται βασιλικά διατάγματα σχετικά με την Καπνικαρέα και η δεύτερη, έως το τέλος του αιώνα, όπου παγιώθηκε η θέση της εκκλησίας στην οδό Ερμού και διαμορφώθηκε πλήρως η περιμετρική πλατεία. Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε βασίστηκε, εκτός από βιβλιογραφικές πηγές, σε σχεδιαστικά και γραπτά τεκμήρια του 19ου αιώνα, τα οποία προέρχονται είτε από φυσικά και ψηφιακά αρχεία της Αθήνας, είτε από ψηφιακά αρχεία ευρωπαϊκών βιβλιοθηκών.

2       Το παράδειγμα της Καπνικαρέας

 

2.1     Τα πρώτα σχέδια

Με την έγκριση του σχεδίου πόλεως των αρχιτεκτόνων Κλεάνθη και Schaubert της 19ης Οκτωβρίου 1833 αποφασίζεται και η μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα. Από το σύνολο των καταλοίπων του παρελθόντος, δύο μνημεία της αρχαιότητας αποτελούν τα σημεία αναφοράς για τη χάραξη δύο από τους κύριους άξονες του σχεδίου, των οδών Σταδίου και Αθηνάς: το στάδιο και τα Προπύλαια της Ακρόπολης. Αλλά και ένα κτίσμα του Βυζαντινού μεσαίωνα, η εκκλησία της Καπνικαρέας, αποτέλεσε το σημείο που όρισε τη χάραξη της υποτείνουσας του τριγώνου, της οδού Ερμού, εκτρέποντάς της από την κάθετο της οδού Αθηνάς, σύμφωνα με την παρατήρηση του Κώστα Μπίρη (Μπίρης 1995).

Μέσω της ένταξης της Καπνικαρέας στην οδό Ερμού, και με το σχηματισμό ημικυκλικής πλατείας απέναντι από την είσοδό της, «περισώθηκε» η εκκλησία, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας των αρχιτεκτόνων να διατηρηθούν οι μεσαιωνικοί ναοί (Εικ. 1). Αντίστοιχα, το νότιο βουλεβάριο, που αντιστοιχεί στη σημερινή οδό Ευριπίδου, σχεδιάζεται παραπλεύρως του ναού των Αγίων Θεοδώρων, ώστε αυτός να μην κατεδαφιστεί.

Οι λόγοι για τους οποίους έγινε ο σχεδιασμός της πόλης με την Καπνικαρέα εν μέσω της Ερμού, παραμένουν, ωστόσο, όπως περιγράφει και ο Γιάννης Τσιώμης, «μυστηριώδεις» (Tsiomis 2017), καθώς δεν γίνεται κάποια αναφορά στη συγκεκριμένη εκκλησία στο σχετικό μνημόνιο των Κλεάνθη και Schaubert. Όμως, οι ίδιοι εκφράζουν ένα γενικότερο ενδιαφέρον για τα μεσαιωνικά μνημεία, τόσο κατά την αποτύπωση του συνόλου σχεδόν των βυζαντινών και οθωμανικών καταλοίπων στο χάρτη της Αθήνας του 1831-1832, όσο και το γεγονός ότι, ανάμεσά σε αυτά, επιλέχθηκαν εκκλησίες ως σημεία φυγής οδικών αξόνων της νέας πόλης.

Αντίθετα με το σεβασμό που επέδειξαν ο Κλεάνθης και ο Schaubert, ο Κλέντσε χάραξε την Ερμού ώστε να κατεδαφίσει την Καπνικαρέα, καταργώντας την πλατεία που είχαν προβλέψει για την ανάδειξή της οι πρώτοι. Επίσης, την οδό Ευριπίδου, στη θέση του μεσημβρινού βουλευαρίου, τη χάραξε ρυμοτομώντας το ναό των Αγίων Θεοδώρων. Ωστόσο, παρατηρούμε ότι στην πρώτη – και λεπτομερέστερη – παραλλαγή του σχεδίου του Klenze που υποβλήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1834, βλέπουμε την Καπνικαρέα πάνω στη Ερμού, με μια πλατεία ακανόνιστου σχήματος σχεδιασμένη γύρω της (Εικ. 2).

Εικόνα 2 Σχηματισμός πλατείας ακανόνιστου σχήματος περιμετρικά της Καπνικαρέας στο σχέδιο του Klenze που υποβλήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1834. Αλληλεπίθεση σχεδιασμού Klenze και προγενέστερης πρότασης  των Κλεάνθη και Schaubert. Σκαρίφημα της συγγραφέα.

Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Παπαγεωργίου-Βενετά, στον Κλέντσε οφείλεται και ο Νόμος «περί ανακαλύψεως και διατηρήσεως των αρχαιοτήτων και της χρήσεως αυτών» που θεσπίστηκε στο Ναύπλιο, το Μάιο του 1834 (Παπαγεωργίου-Βενετάς 2001). Με αυτόν ξεκινά τυπικά η μέριμνα του κράτους για τις χριστιανικές αρχαιότητες. Σύμφωνα με το άρθρο 111 ορίζεται ότι «και τα αντικείμενα της τέχνης ακόμα, τα περιεχόμενα από την αρχαιοτάτην εποχήν του χριστιανισμού ή τον καλούμενον μεσαίωνα, δεν εξαιρούνται από τους κανονισμούς του παρόντος νόμου» (ΦΕΚ 22/1834).

Η νομοθεσία αυτή δεν αποτέλεσε βέβαια εγγύηση για τη διατήρηση των χριστιανικών αρχαιοτήτων. Η ανάγκη εύρεσης δημόσιας γης για τη διάνοιξη δρόμων, πλατειών ή για την ανέγερση δημοσίων κτιρίων, αποτέλεσαν τους κύριους λόγους που οδήγησαν σε κατεδάφιση εκκλησιών και εκποίηση των εκκλησιοπέδων τους. Άλλους λόγους αποτέλεσαν η εύρεση οικοδομικών υλικών, οι αρχαιολογικές ανασκαφές ή και η διεκδίκηση οικοπέδων από όμορους γείτονες.

Σε αυτό το πλαίσιο, γύρω στο 1843 κατεδαφίστηκαν ομαδικά 72 ερειπωμένες ή μερικώς φθαρμένες εκκλησίες, σύμφωνα με τον Μπίρη, ώστε να χρησιμοποιηθούν τα υλικά τους για την κατασκευή της νέας μητρόπολης (Μπίρης 1995). Αλλά και οι Έλληνες αξιωματικοί της πολεοδομικής υπηρεσίας του Υπουργείου εσωτερικών, με στόχο να διανοιχθούν πλατείες και να διευρυνθούν στενωποί της παλαιάς πόλης, αλλά και ενθαρρυνόμενοι από την αδιαφορία των αρχαιολόγων, κατεδάφισαν πολλές εκκλησίες που είχαν είτε ελαφρές φθορές ή ήταν αποκατεστημένες και σε λειτουργία, όπως ο Άγιος Αθανάσιος Ψυρή προς διάνοιξη της πλατείας Ψυρή.

2.2     Τα βασιλικά διατάγματα

Στην πρώτη δεκαετία του 2ου μισού του αιώνα, θα αρχίσει να αναπτύσσεται στη Δύση η μελέτη πρώιμων χριστιανικών χρόνων, ενώ στην Αθήνα ξεκινούν και οι επίσημες συζητήσεις σχετικά με την Καπνικαρέα, παράλληλα με την εκκίνηση μιας μακράς σειράς τροποποιητικών διαταγμάτων του σχεδίου πόλεως της Αθήνας. Στο χρονικό διάστημα 1856-1858 υπογράφηκαν πάνω από 30 διευθετήσεις και διαπλατύνσεις οδών, καθώς και μικρές πλατείες κυρίως γύρω από τους ναούς της παλαιάς πόλης.

Το 1852, εκδίδονται 2 διατάγματα περί «κανονισμού μικράς πλατείας περί την εκκλησίαν της Καπνικαρέας» (ΦΕΚ 19/1852) και περί «επεκτάσεως της οδού Καπνικαρέας» (ΦΕΚ 57/1852). Το 1858, διάταγμα «Περί της πλατείας Καπνικαρέας» αναφέρει: «Τροποποιούμεν την δια του από 31 Οκτ. 1856 (Εικ. 3) Ημετέρου διατάγματος εγκριθείσα τακτοποίησιν της δυτικής πλευράς της περί την Εκκλησίαν Καπνικαρέας Πλατείας ως εξής: Το μήκος του προσώπου της διαπλατυνθείσης οδού Ερμού κατά την ένωσίν της με την πλατείαν θέλει είσθε εκατέρωθεν εκ μέτρων 10 95/100 συμφώνως με το υποβληθέν και φέρον την ημετέραν έγκρισιν διάγραμμα».

Το 1863 δημοσιεύεται θέσπισμα περί διαλύσεως του Ναού της Καπνικαρέας: «Το οικοδόμημα της Καπνικαρέας θέλη κατεδαφισθή, διαλυομένου, και θέλει ανοικοδομηθεί εν τη συνοικία Γερανίου και εν τω μέσω καταλλήλου πλατείας επί τούτω προσδιορισθησομένης. Η ανοικοδόμησης θέλει ενεργηθεί δια του αυτού υλικού, φυλαττομένων απαρεγκλίτως των διαστάσεων και του αρχιτεκτονικού ρυθμού του αρχαίου τούτου μνημείου της Βυζαντινής οικοδομικής τέχνης» (ΦΕΚ 30/1863). Για την ανοικοδόμηση του ναού δυτικά της πλατείας Ομονοίας, δημοσιεύεται νέο θέσπισμα, 2 εβδομάδες αργότερα (ΦΕΚ 38/1863).

Η συζήτηση περί κατεδάφισης, σύμφωνα με το θέσπισμα, οφειλόταν στην παρεμπόδιση της κυκλοφορίας. Η συρροή ανθρώπων και αμαξών στην Ερμού, η οποία αποτελούσε πλέον το κέντρο του εμπορίου της πρωτεύουσας, θα γινόταν ακόμα πιο έντονη εν όψει της λειτουργίας του νέου σταθμού του σιδηροδρόμου Πειραιά επί της οδού. Επίσης, λόγω της ισοπέδωσης της Ερμού, το 1/3 του ναού επιχώθηκε, επομένως έχασε την «πρωτότυπη αυτού καλλονή», αλλά και τον ρυθμό του, που προκύπτει από την αναλογία του ύψους προς το πλάτος και το μήκος του κτιρίου.

Το θέσπισμα δημοσιεύθηκε στην Ελλάδα, αλλά η είδηση της κατεδάφισης προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Δύσης. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στο αρχείο του Υπουργείου Εσωτερικών του Γεωργίου Α’ βρέθηκε από τη συγγραφέα χειρόγραφο το οποίο συνέταξε ο Γάλλος ιστορικός και αρχαιολόγος François Lenormant, ένα μήνα μετά το δεύτερο θέσπισμα, το Σεπτέμβριο του 1863. Ο ίδιος εφιστά την προσοχή στη σημασία του συγκεκριμένου μνημείου ως ενός από τους πιο πολύτιμους τύπους ναών της βυζαντινής τέχνης, ισχυριζόμενος ότι η καταστροφή της θα θεωρείτο πράξη βανδαλισμού στην Ευρώπη, και οι Έλληνες θα κατηγορούνταν ως άνευ συναίσθησης των τεχνών. Λίγες μέρες αργότερα καταφθάνει στην Αθήνα ο Γεώργιος Α’. Τον ίδιο μήνα αποκλείστηκε οριστικά η κατεδάφιση της Καπνικαρέας.

Αυτήν την περίοδο ο Κων/νος Παπαρρηγόπουλος αρχίζει να εκδίδει την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ενώ τα επόμενα χρόνια εκδίδονται 2 βασιλικά διατάγματα, με βάση τα οποία οριστικοποιείται η διαμόρφωση της πλατείας Καπνικαρέας με τροποποίηση των οικοδομικών γραμμών της πλατείας και της οδού Καλαμιώτου (ΦΕΚ 87/1883, ΦΕΚ 34/1889 ).

Επίλογος

Στο β’ μισό του 19ου αιώνα, το αίτημα να τεκμηριωθεί η ιστορική συνέχεια του έθνους υπαγόρευσε τελικά την «ανακάλυψη» της βυζαντινής εποχής. Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους αποτέλεσε το σταθμό για την εξέλιξη των βυζαντινών σπουδών στην Ελλάδα και η προστασία των μνημείων έδωσε τη λύση στα πρακτικά εθνικά ζητήματα της εποχής. Την 19η Απριλίου 1921, επί βασιλείας Κωνσταντίνου Β’, κηρύσσονται 11 μεσαιωνικοί ναοί εντός των Αθηνών «ως προέχονται Βυζαντινά μνημεία, υπαγόμενα στις διατάξεις του νόμου 2447» (ΦΕΚ 68/ 26-4-1921). Μεταξύ τους, η Καπνικαρέα.

Παραπομπές
Choay, F. 2001. The Invention of the Historic Monument. Cambridge: Cambridge University Press.
Rossi, A. 1982. The Architecture of the City. Cambridge, Massachussetts, and London, England: The MIT Press.
Tsiomis, Y. 2017. Athènes à soi-même étrangère, Naissance d’une capitale néoclassique. Marseille: Parenthèses.
Μπίρης, Κ. 1995. Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20ον αιώνα. Αθήνα: Μέλισσα.
Παπαγεωργίου-Βενετάς, Α. 2001. Αθήνα, Ένα όραμα του κλασικισμού. Αθήνα: Εκδόσεις Καπόν.
Η παρούσα εισήγηση πραγματοποιείται στο πλαίσιο της διδακτορικής διατριβής της συγγραφέα, η οποία χρηματοδοτείται από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) και το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ).

Comments are closed