Ο δρόμος για το Brain Gain είναι (και) Ψηφιακός

«Η ελληνική επιχειρηματικότητα πρέπει να δώσει τις κατευθύνσεις και να συμμετάσχει στη δημιουργία νέων επαγγελματιών με μέλλον στον τόπο και στις επιχειρήσεις. Αυτό λοιπόν είναι ένα στοίχημα. Η  καθοδήγηση  της ελληνικής επιχειρηματικής κοινότητας σε ένα μάλλον άγνωστο για πολλούς περιβάλλον. Έχουμε σημαντικά παραδείγματα ανταγωνιστικών διεθνώς εταιρειών στην Κεντρική Μακεδονία.  Οι συντάκτες των αναπτυξιακών νόμων και των προγραμμάτων ας διδαχθούν από αυτά.»

Τα παραπάνω τόνισε ο πρόεδρος του ΤΕΕ/ΤΚΜ κ.Πάρις Μπίλλιας, μιλώντας στην εκδήλωση με θέμα «η ψηφιακή οικονομία ως επιταχυντής της περιφερειακής ανάπτυξης», που οργάνωσε στη Θεσσαλονίκη η ευρωβουλευτής και εκπρόσωπος της ΝΔ κ. Μαρία Σπυράκη.

Ολόκληρη η τοποθέτηση του προέδρου του ΤΕΕ/ΤΚΜ, έχει ως εξής:

Η  πατρίδα μας διαθέτει πλούσιο  πολιτιστικό απόθεμα που οφείλεται τόσο στο ένδοξο παρελθόν μας όσο και στην δημιουργικότητα και την καλλιέργεια των σύγχρονων συμπολιτών μας.

Διαθέτει επίσης Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Ιδρύματα σε όλη την επικράτεια με καλά εκπαιδευμένο επιστημονικό προσωπικό. Αυτό το πιστοποιούν τόσο τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων των ελληνικών πανεπιστημίων όσο και το γεγονός ότι χιλιάδες  ελλήνων επιστημόνων διαπρέπουν σε ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας σε όλο τον κόσμο.

Με αυτά τα δεδομένα η σημερινή ημερίδα με θέμα την  ψηφιακή οικονομία ως επιταχυντή της περιφερειακής ανάπτυξης δεν θα είχε νόημα αν τα παραπάνω συγκριτικά πλεονεκτήματα τα είχαμε εκμεταλλευτεί με ορθό τρόπο.

Δυστυχώς,  η πραγματικότητα λέει ότι στον τομέα της ψηφιακής οικονομίας είμαστε στους ουραγούς της ΕΕ.

Στο ΤΕΕ, λέγαμε ή μάλλον έλεγαν γιατί εγώ ήμουν ακόμα νέος μηχανικός, ότι η είσοδος της πληροφορικής στο Δημόσιο, αν μη τι άλλο θα έλυνε το … κυκλοφοριακό πρόβλημα των μεγαλουπόλεων μας. Γιατί δεν θα χρειάζονταν η αυτοπρόσωπη παρουσία του πολίτη για να κάνει την δουλειά του.

20 χρόνια μετά, ένας νέος άνθρωπος, μηχανικός και πρώην πρόεδρος του ΤΕΕ, προσπαθεί ως Υπουργός να ακυρώσει μία εξαιρετικά επιτυχημένη ψηφιακή εφαρμογή, μην τυχόν και αλλάξει κάτι και θίξει συντεχνιακά συμφέροντα.

Πέρυσι τέτοιο καιρό, ο  Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αρμόδιος για την ψηφιακή αγορά Άντρους Άνσιπ, μας υποδείκνυε  ότι η έξοδος από την κρίση περνάει από την προώθηση της ψηφιακής οικονομίας.  Ότι απαιτείται άμεσα βελτίωση των δημόσιων ψηφιακών υπηρεσιών.  Ότι εντάξει το TAXIS και η ηλεκτρονική συνταγογράφηση αλλά δεν αρκούν.

Φαίνεται ότι δεν αρκεί ούτε η ύπαρξη Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, γιατί πέρυσι ήμασταν στην 26η θέση του δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας για τους 28, φέτος περάσαμε στην 27η.

Πως μπορούμε να αλλάξουμε την θέση μας στην ΕΕ;

Η απάντηση έχει άμεση σχέση με  το βασικό αντικείμενο της προσπάθειας μας με τους συνεργάτες μου και στις δύο θητείες στο ΤΕΕ,  σε βαθμό εμμονής. Το BRAIN GAIN. Να κερδίσουμε το στοίχημα να φέρουμε πίσω το υψηλής ποιότητας στελεχιακό δυναμικό που έφυγε εκτός συνόρων. Και για να το πετύχουμε δεν πρέπει να χάσουμε άλλο χρόνο.

Ανήκω σε ένα κλάδο που πλήττεται ιδιαίτερα, δεδομένου ότι το επαγγελματικό μας αντικείμενο, με την κλασσική του μορφή τουλάχιστον, έχει συρρικνωθεί έως μηδενισμού. Και αυτή η κακοδαιμονία ξεκίνησε πριν την κρίση, γιατί το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ήταν  εύκολη λεία για να οδηγηθεί σε τρύπες ασφαλιστικών ταμείων και άλλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων που βέβαια ήταν αδύνατον να κλείσουν.

Προς Θεού, στόχος μας δεν είναι  να κρατήσουμε τα παιδιά μας εδώ, κολλημένα πάνω μας, εξαρτημένα, και αυτό το λέω σαν πρόεδρος, επαγγελματίας και πατέρας. Είναι καλό να φεύγουν, να ανοίγουν τα αυτιά τους σε άλλες ιδέες, τα μάτια τους σε άλλες εικόνες, τις ψυχές τους σε διαφορετικές αντιλήψεις και τα φτερά τους για να φτιάξουν το δικό τους πεπρωμένο .

Είναι τραγικό όμως να μην ξαναγυρίζουν, επειδή  εδώ δεν έχουν μέλλον και προκοπή.

Είπα πριν ότι τα στελέχη μας φεύγουν εκτός συνόρων. Η Θεσσαλονίκη και η περιφέρεια έβλεπε, και εκτός κρίσης, τους πολύ καλούς και τους άριστους να ψάχνουν και να κάνουν την τύχη τους στην Αθήνα.

Ωστόσο η Κεντρική Μακεδονία ως οικονομία και κοινωνία είναι μια Ελλάδα σε μικρογραφία. Έχει όλες τις οικονομικές δραστηριότητες, σημαντικούς πόρους, το δεύτερο μεγαλύτερο Πολεοδομικό Συγκρότημα, το μεγαλύτερο Πανεπιστήμιο και μεγάλα Επιστημονικά και Ερευνητικά Ιδρύματα, ικανές κοινωνικές δομές, σπουδαίο μνημειακό πλούτο και είναι κόμβος οδικού, σιδηροδρομικού και ενεργειακού δικτύου.

Είναι Περιφέρεια ικανού μεγέθους για να σταθεί αυτόνομα στον χάρτη των Ευρωπαϊκών Περιφερειών, κεντρική και ταυτόχρονα παραμεθόρια. Ό,τι πρέπει δηλαδή για προγράμματα και δράσεις πιλότους που θα ξεκινούσαν από εδώ για να εφαρμοστούν στην Επικράτεια. Αλλά δεν χρειάζεται να κλαίμε πάνω από το χυμένο γάλα, μόνο να διδασκόμαστε για να μην ξαναγίνει η ζημιά.

Σε όλες τις προσεγγίσεις για το brain gain υπάρχει η πρόταση για την νεανική επιχειρηματικότητα, τις νεοφυείς επιχειρήσεις την καινοτομία. Και καλά κάνει και υπάρχει. Αλλά! Εδώ υπάρχει το αλλά:

Δαπανήσαμε πολύ χρόνο και χρήμα, χωρίς σχέδιο. Επί ένα – δυό τουλάχιστον  ΚΠΣ, αφού φιλολογούσαμε  περί καινοτομίας, μπροστά στον φόβο της μη απορρόφησης των Κοινοτικών κονδυλίων, στέλναμε τους πόρους – πόρους ακριβούς και σπάνιους – στην νεανική επιχειρηματικότητα της παροχής υπηρεσίας, χρηματοδοτώντας καταστήματα εστίασης.

Η επιχειρηματικότητα όμως, όπως γνωρίζουμε καλά και έχουμε αντιληφθεί όλοι όσοι ασχολούμαστε με την προώθησή της, απαιτεί παιδεία, προσανατολισμό δηλαδή εξ απαλών ονύχων, από τους γονείς, μετά από το σχολείο και κατόπιν από το πανεπιστήμιο. Χρειάζεται την ανοχή και την αντοχή της αποτυχίας. Καθώς επίσης τον προσανατολισμό του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην καινοτομία και όχι στην λογική του «αυτό ξέρω αυτό εμπιστεύομαι».

Εμείς φοβόμασταν την αποτυχία,  το να χάσουμε λεφτά. Τα οποία όμως τα χάναμε ούτως ή άλλως γιατί και οι περισσότερες καφετέριες, μεζεδοπωλεία, κομμωτήρια ζούσαν όσο κρατούσε η επιδότηση.

Από την άλλη, οι νεοφυείς επιχειρήσεις, απότοκο συνήθως των σχετικών προγραμμάτων,  των μεταπτυχιακών και των προσδοκιών που δημιουργούν, αλλά και του τι συμβαίνει στον κόσμο, κάνουν – ορισμένες- σπουδαία δουλειά αλλά πόσες μπορεί να αξιοποιήσει  η πραγματική οικονομία.

Συνεχίζουμε λοιπόν ή μάλλον ξεκινάμε οργανωμένα και δυναμικά τον αγώνα της προώθησης της επιχειρηματικότητας, έχοντας  όμως υπόψη ότι είναι Μαραθώνιος. Αλλά εδώ, εμείς χρειαζόμαστε και σπρίντερς.

Κυρίες και κύριοι,

Ένα στέλεχος υψηλών προσόντων και δεξιοτήτων, ένας μηχανικός  εξειδικευμένος προγραμματιστής με 10ετή εμπειρία, για να θέσει τα προσόντα του στην υπηρεσία μιας ελληνικής επιχείρησης, ας υποθέσουμε ότι ζητεί  αμοιβή  2000 ευρώ το μήνα καθαρά, για 12 μήνες. Θα στοιχίσει στον εργοδότη του 48000 το χρόνο. Με αυτά τα λεφτά από έναν Άγγλο εργοδότη θα του έμεναν 3000 καθαρά ευρώ τον μήνα. Αν ο φανταστικός προγραμματιστής μας, ζητούσε 2200 ευρώ τον μήνα θα στοίχιζε στον Έλληνα εργοδότη που τον χρειάζεται 55.000 ευρώ το χρόνο και αν εκτιμούσε τις υπηρεσίες του στα 2500 ευρώ, θα στοίχιζε 64.500 το χρόνο.

Ένα σημαντικό ζητούμενο λοιπόν για την συγκράτηση ή τον επαναπατρισμό στελεχών είναι η μείωση του μη μισθολογικού κόστους.

Το ψηφιακό μέλλον της χώρας μας στηρίζεται στην εκπαίδευση, στην ιδιωτική ελληνική επιχειρηματικότητα και στον δημόσιο τομέα. Η εκπαίδευση –τουλάχιστον η ακαδημαϊκή– έχει απόσταση από την πραγματική οικονομία και τις ανάγκες της. Οι γνώσεις που προσφέρονται είναι πολλές, αλλά ο χρόνος προσαρμογής των αποφοίτων σε πραγματικές συνθήκες εργασίας είναι πολύμηνος και ασύμφορος. Δηλαδή, τα παιδιά μας δεν μπορούν να είναι άμεσα αξιοποιήσιμα, και οι καταστάσεις δεν βοηθούν στην επένδυση σε ανθρώπινο δυναμικό. Έτσι, οι νέοι επαγγελματίες στρέφονται σε αγορές και ευκαιρίες που παρουσιάζονται στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Από την άλλη,  η ελληνική επιχειρηματική κοινότητα, πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της, να πάρει σοβαρά τον ρόλο της στην νέα, παγκοσμιοποιημένη οικονομία, να απεμπολήσει την κρατικοδίαιτη λογική, να γίνει ανταγωνιστική. Δηλαδή να προσελκύσει και να κρατήσει  παραγωγικό επιστημονικό προσωπικό.

Η μέθοδος  «έλα μωρέ θα τα βολέψουμε» ήταν αποτελεσματική όσο απευθύνονταν σε ένα μη απαιτητικό δημόσιο, τον μοναδικό πελάτη πολλών εταιρειών μας. Σε ένα παγκόσμιο και απαιτητικό στερέωμα, χρειάζονται στελέχη. Με δεδομένες δεξιότητες – κατά συνέπεια και απαιτήσεις- που πιθανότατα  χρειάζονται επιμόρφωση κάθε τόσο και επίσης κίνητρα για να παραμείνουν στο στελεχιακό δυναμικό της επιχείρησης. Γιατί, είπαμε, η επιχείρηση οφείλει να είναι  εξωστρεφής και ανταγωνιστική. Όχι να απευθύνεται στο ελληνικό δημόσιο γιατί διαθέτει τις κατάλληλες διασυνδέσεις στο σχετικό υπουργείο.

Η ελληνική επιχειρηματικότητα πρέπει να δώσει τις κατευθύνσεις και να συμμετάσχει στη δημιουργία νέων επαγγελματιών με μέλλον στον τόπο και στις επιχειρήσεις. Εδώ λοιπόν είναι ένα άλλο στοίχημα. Η  καθοδήγηση  της ελληνικής επιχειρηματικής κοινότητας σε ένα μάλλον άγνωστο για πολλούς περιβάλλον. Έχουμε σημαντικά παραδείγματα ανταγωνιστικών διεθνώς εταιρειών στην Κεντρική Μακεδονία.  Οι συντάκτες των αναπτυξιακών νόμων και των προγραμμάτων ας διδαχθούν από αυτά.

Αξίζει πάντως να σημειώσουμε ότι το τμήμα της  ελληνικής Επιχειρηματικότητας που ανήκει στην ψηφιακή οικονομία αποτελεί κεντρικό πυλώνα ανάπτυξης. Προσφέρει απασχόληση, δημιουργεί νέα προϊόντα και υπηρεσίες και υποβοηθά την ανθεκτικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων.Η ελληνική επιχειρηματικότητα βέβαια, στον αγώνα της για ανταγωνιστικότητα, σε ένα απαιτητικό και πέραν των εθνικών συνόρων πεδίο, χρειάζεται ισχυρούς συμμάχους και εδώ είναι που μπαίνει στο κάδρο η Επιστημονική μας κοινότητα.

Τα Πανεπιστήμιά μας έχουν σημαντικές παρουσιάσεις  και οι επιστήμονές μας αντίστοιχες διακρίσεις. Το αποτύπωμά τους στην οικονομία είναι πενιχρό. Λέει ο Σεφέρης σε ένα από τα πιο γνωστά του χαϊκού, «τόσα τριφύλλια στον κάμπο και ούτε ένα τετράφυλλο. Ποιος φταίει απ΄τους τρεις». Δεν ξέρω αν φταίει ο συντηρητισμός της Ελληνικής επιχειρηματικής κοινότητας, η αδιαφορία των επιστημονικών ιδρυμάτων μας ή η ανυπαρξία υγιούς επιχειρηματικού περιβάλλοντος που, όπως και να το κάνουμε, εξαρτάται από την κεντρική πολιτική. Χρειάζεται λοιπόν μία ώθηση στα ερευνητικά μας κέντρα και τα Πανεπιστήμια για να συνδεθούν με την παραγωγή και την οικονομία.

Τέλος – τρόπος του λέγειν γιατί ούτε τελευταίο θέμα είναι αλλά ούτε και τελειώνουμε με τα ζητήματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε- χρειάζεται να σκύψουμε στην μικρή επιχειρηματικότητα, βασικό κορμό της ελληνικής οικονομίας.

Οι μικρές επιχειρήσεις, αγροτικές, τουριστικές, βιοτεχνίες, εταιρείες πληροφορικής, νεοφυείς σε διάφορους τομείς, έχουν ανάγκη στελεχών υψηλών προσόντων για διάφορες ανάγκες. Για προώθηση των προϊόντων, διαφήμιση των υπηρεσιών, προσέγγιση ειδικών αγορών στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο, οργάνωση για μείωση του κόστους παραγωγής ή διάθεσης, εξεύρεση ειδικών πρώτων υλών σε καλύτερες τιμές, πατέντες, ειδικές κατασκευές, οτιδήποτε.

Καμία μικρή, μικρομεσαία ή νεοφυής επιχείρηση δεν μπορεί να αντέξει το κόστος των 45 και 55 και 65 χιλιάδων ευρώ ετησίως. Ακόμα και αν μειώνονταν το κόστος σε φυσιολογικά όρια δεν θα το άντεχαν.

Εδώ μπαίνει το θέμα των clusters. Το ΤΕΕ Κεντρικής Μακεδονίας είχε από το 1999  προτάσεις για την προώθηση των clusters, στην μελέτη του από το Β στο Γ ΚΠΣ. Σας πληροφορώ ότι κάποιες από αυτές είναι ακόμα προτάσεις και είναι ακόμα επίκαιρες.

Αυτή η συνεργασία, η συνένωση για την δημιουργία οικονομίας κλίμακας, είναι η βασική πρόταση, που διαπερνά και τις προηγούμενες. Δεν την καταφέραμε στις συμβατικές μορφές της οικονομίας. Δεν μπορούμε να την αποφύγουμε στην ψηφιακή.

Αν τα καταφέρουμε να εξασφαλίσουμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα για την επιτυχία, τότε είναι σίγουρο ότι ο ψηφιακός  πολιτισμός μπορεί να γίνει επιταχυντής στην περιφερειακή ανάπτυξη.»

Comments are closed